Η διαμεσολάβηση είναι ένας εναλλακτικός – σε σχέση με την δικαστική διαδικασία – τρόπος επίλυσης διαφορών.

Πέραν του μεγάλου πλεονεκτήματός της, η διαμεσολάβηση είναι κατά πολύ ταχύτερη από την δικαστική διαδικασία, το σημαντικότερο – κατά την άποψή μας – χαρακτηριστικό της είναι ότι διεξάγεται – εάν ο διαμεσολαβητής επιτελέσει σωστά το έργο του –  σε ήπιο κλίμα, που επιτρέπει ακόμη και να διατηρήσουν τα μέρη καλές σχέσεις μεταξύ τους στο μέλλον διότι, εάν επιλυθεί η διαφορά τους με την διαδικασία της διαμεσολάβησης, θα πρόκειται περί απόφασης των ιδίων των μερών και όχι ενός Δικαστηρίου, που τους την επιβάλλει.

Η διαμεσολάβηση είναι λοιπόν, προκριτέα, όχι μόνο διότι είναι ταχύτερη και ολιγότερο δαπανηρή από την δικαστική ή την διαιτητική διαδικασία, αλλά, κυρίως, διότι επιτρέπει να διαφυλαχθούν – έστω και  ενδεχομένως ή έστω και εν μέρει μόνο – οι ανθρώπινες σχέσεις, πράγμα εξαιρετικά δύσκολο σε περίπτωση δικαστικής διαμάχης, λόγω της τεταμένης ατμόσφαιρας που επικρατεί κατά κανόνα σε μια δίκη.

Η διαμεσολάβηση ως θεσμός θεσπίστηκε με την Ευρωπαϊκή Οδηγία 2008/52 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, με την οποία ορίσθηκε ότι τα Κράτη Μέλη οφείλουν να εισάγουν, στο εσωτερικό Δίκαιό τους το κάθε ένα, την διαμεσολάβηση σχετικά με αστικές και εμπορικές διασυνοριακές διαφορές, το αργότερο μέχρι τη 21η Μαΐου 2011.

Στην Ελλάδα, η διαμεσολάβηση εισήχθη στην εσωτερική μας Νομοθεσία  ως εναλλακτικός τρόπος επίλυσης αστικών και εμπορικών διασυνοριακών αλλά και ενδοσυνοριακών διαφορών με τον  Ν. 3898/ 16.12.2011.

Διασυνοριακή διαφορά είναι εκείνη όπου ένα από τα μέρη τουλάχιστον κατοικεί μονίμως ή διαμένει συνήθως σε Κράτος Μέλος διαφορετικό από εκείνο οποιουδήποτε άλλου μέρους εμπλεκόμενου στην διαφορά.

Τα κύρια χαρακτηριστικά της Διαμεσολάβησης

α. Η διαμεσολάβηση είναι μια διαδικασία, στην οποία δυο ή περισσότερα μέρη, που έχουν μια αστική ή εμπορική διαφορά, προσφεύγουν οικειοθελώς είτε πριν αρχίσουν οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία, είτε αφού αρχίσει η δικαστική διαδικασία και μάλιστα σε οποιοδήποτε στάδιο και αν ευρίσκεται αυτή. Η σχετική συμφωνία των μερών πρέπει να είναι γραπτή.

Υπάρχουν, όμως, περιπτώσεις όπου η προσφυγή στην διαμεσολάβηση είναι υποχρεωτική. Οι περιπτώσεις αυτές είναι:

(i) όταν διαταχθεί η διαμεσολάβηση από Δικαστήριο Κράτους Μέλους και

(ii) όταν υφίσταται υποχρέωση διαμεσολάβησης δυνάμει του εθνικού μας Δικαίου. Η πρώτη περίπτωση αφορά διασυνοριακές διαφορές, ενώ η δεύτερη ενδοσυνοριακές.

Πέραν των ανωτέρω, το Δικαστήριο, ενώπιον του οποίου είναι εκκρεμής μια αστική ή εμπορική υπόθεση, μπορεί να καλεί τα μέρη να προσφύγουν στην διαμεσολάβηση για να επιλύσουν την διαφορά τους εφόσον, λαμβάνοντας υπ’όψη όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης, θεωρήσει ότι υπάρχει έδαφος για εξωδικαστική επίλυση της διαφοράς. Τα μέρη δεν είναι υποχρεωμένα να συμφωνήσουν με την υπόδειξη αυτή του Δικαστηρίου και δεν προβλέπονται κυρώσεις για την μη συμμόρφωσή τους με αυτήν και τούτο για να μην αλλοιωθεί ο οικιοθελής χαρακτήρας της διαμεσολάβησης, που είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της.

Δεν παύει, όμως, διάφορα Κράτη, όπου ο θεσμός της διαμεσολάβησης προϋπάρχει ήδη εδώ και δέκα (10) ή και είκοσι (20) ακόμα έτη, δηλαδή πολύ πριν από την θεσμοθέτησή του από τα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να έχουν βρει τρόπους που κάνουν τους διαδίκους να εξετάζουν  με σοβαρότητα και περίσκεψη – και όχι παρορμητικά – την υπόδειξη του Δικαστηρίου να προσφύγουν σε διαμεσολάβηση. Ένας τέτοιος έμμεσος τρόπος, ο οποίος εφαρμόζεται σχεδόν ως κανόνας στο Ηνωμένο Βασίλειο, είναι να υποχρεώνεται το διάδικο μέρος, που δεν συμφώνησε στην προσφυγή σε διαμεσολάβηση και τελικά έχασε την δίκη, να καταβάλει αυξημένη, «τσουχτερή» δικαστική δαπάνη.

Εάν τα μέρη συμφωνήσουν και ακολουθήσουν την υπόδειξη του Δικαστηρίου περί προσφυγής στην διαδικασία της διαμεσολάβησης, το Δικαστήριο αναβάλει υποχρεωτικά την συζήτηση της υπόθεσης σε δικάσιμο μετά από τρεις μήνες και όχι πέραν του εξαμήνου.

β. Η διαμεσολάβηση έχει απολύτως εμπιστευτικό χαρακτήρα και πρέπει να διεξάγεται κατά τρόπο που να μην παραβιάζει το απόρρητο αυτής, εκτός εάν τα μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά.Η έννοια της εμπιστευτικότητας είναι διττή:

i.  αφενός μεν, όσα λαμβάνουν χώρα κατά την διάρκεια της διαδικασίας της διαμεσολάβησης δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ενώπιον του Δικαστηρίου, σε περίπτωση που η διαμεσολάβηση δεν καταλήξει σε συμφωνία και τα μέρη προσφύγουν δικαστικά, ενώ ο διαμεσολαβητής, τα μέρη, οι πληρεξούσιοι αυτών και όσοι άλλοι συμμετέχουν στην διαδικασίαδεν εξετάζονται ωςμάρτυρες ενώπιον του Δικαστηρίου, εάν συντρέξει περίπτωση δικαστικής διαδικασίας και

ii. αφετέρου, ο διαμεσολαβητής μπορεί – από όσα του εκθέτει κάποιο από τα μέρη σε κατ’ιδίαν συναντήσεις, που ενδεχομένως έχει ο διαμεσολαβητής με κάθε ενδιαφερόμενο κατά την διαδικασία  – να μεταφέρει στο ή στα άλλα μέρη μόνον όσα ρητά του επιτρέψει ή του ζητήσει να μεταφέρει εκείνο το μέρος, που του τα εξέθεσε.

γ. Η διαμεσολάβηση είναι μια εύκαμπτη διαδικασία, με την έννοια ότι δεν διέπεται από τυπικούς κανόνες γι αυτό και ο τρόπος και ο ρυθμός διεξαγωγής της διαφέρει κατά περίπτωση, εξυπακουομένου ότι την διεύθυνση της διαδικασίας έχει – και οφείλει να έχει – ο διαμεσολαβητής, ο οποίος την συντονίζει και αποφασίζει πως θα προχωρήσει διαδικαστικά.

Παραδείγματος χάριν, ο διαμεσολαβητής θα αποφασίσει ποιό από τα δυο μέρη θα αρχίσει να εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης και ποιά είναι η δική του θέση, τα παράπονα και οι αξιώσεις του, εάν θα έχει ή όχι κατ’ ιδίαν συνομιλίες με κάθε μέρος (εάν ο διαμεσολαβητής αποφασίσει ότι θα έχει κατ’ιδίαν συνάντηση με ένα μέρος πρέπει υποχρεωτικά να έχει και με το άλλο ή και με τα άλλα μέρη για να μην διασαλευθούν οι ισορροπίες καθώς και η αρχή της ίσης μεταχείρισης και της αμεροληψίας του), ο διαμεσολαβητής θα επιλύσει διάφορα θέματα, που μπορεί να προκύψουν, όπως, π.χ. αντεγκλήσεις, φραστικές παρεκτροπές, διακοπές κάποιου μέρους που έχει τον λόγο από άλλο κ.λ.π., υπενθυμίζοντάς τους ότι η ηρεμία συντελεί καθοριστικά στην πρόοδο της διαδικασίας σε αντίθεση με την επιθετικότητα και ότι με το να ακούμε κάποιον δεν σημαίνει υποχρεωτικά ότι συμφωνούμε μαζί του, συμβάλλει όμως οπωσδήποτε στην εξεύρεση λύσης.

δ. Η διαμεσολάβηση χαρακτηρίζεται και διαπνέεται από τον κανόνα της αμεροληψίας του διαμεσολαβητή και της ίσης μεταχείρισης των μερών.

Πρωταρχικός στόχος του διαμεσολαβητή πρέπει να είναι να κερδίσει την εμπιστοσύνη όλων των μερών, που συμμετέχουν στην διαδικασία της διαμεσολάβησης, να τους πείσει ότι είναι και θα παραμείνει αμερόληπτος, ότι θα δώσει ίσες ευκαιρίες έκφρασης σε όλους και να τους κάνει να καταλάβουν ότι, εάν επιτευχθεί συμφωνία, αυτή θα επιτευχθεί αποκλειστικά από τους ίδιους και ότι ο ίδιος απλά και μόνον θα τους διευκολύνει σε αυτό.

Ο διαμεσολαβητής παρέχει την βοήθειά του στους ενδιαφερόμενους διευκολύνοντάς τους να πλησιάσουν ο ένας τον άλλο, να αποφορτιστούν από αρνητικές διαθέσεις και επήρειες, να δουν τα πραγματικά συμφέροντά τους χωρίς να παραμένουν προσκολλημένοι σε αρχικές θέσεις, που μπορεί να υπαγόρευσε ο θυμός, που τους διακατέχει μια εσφαλμένη εικόνα του όλου θέματος (την οποία εσφαλμένη εικόνα θα πρέπει οι ίδιοι οι ενδιαφερόμενοι να ανιχνεύσουν, με την βοήθεια του διαμεσολαβητή, αλλά όχι καθ’υπόδειξή του).

ε. Η διαμεσολάβηση δεν είναι δεσμευτική, με την έννοια ότι οποιοδήποτε μέρος μπορεί να αποχωρήσει όποτε θέλει. Δεσμευτική καθίσταται η συμφωνία που θα εξευρεθεί, ενδεχομένως, από τους ενδιαφερόμενους, μόνον από την στιγμή κατά την οποία θα υπογραφεί από όλα τα μέρη.

ζ. Η διαμεσολάβηση διεξάγεται μεταξύ τουλάχιστον δυο προσώπων που, κατ’αρχήν, έχουν αντίθετα συμφέροντα. Στο τέλος της διαδικασίας, μπορεί να αποδειχτεί ότι τα συμφέροντά συγκλίνουν.

Το γνωστότερο παράδειγμα που περιέχεται στα πλέον διαδεδομένα βιβλία περί διαμεσολάβησης είναι το εξής: δυο χωρικοί διεπληκτίζοντο διεκδικώντας τα πορτοκάλια, που παρήγε μια πορτοκαλιά, η οποία βρισκόταν ακριβώς πάνω στο όριο των δυο εφαπτομένων κτημάτων τους. Ούτε κουβέντα για να μοιράσουν την παραγωγή. Ο κάθε ένας ήθελε όλα τα πορτοκάλια. Όμως, με τη βοήθεια του σοφού του χωριού «βγήκε τελικά στην επιφάνεια» ότι ο ένας ήθελε τα πορτοκάλια για τη ψίχα τους προκειμένου να την στύβει και να παράγει φρέσκο χυμό για να τον πωλεί από την καντίνα, που διατηρούσε πιο κάτω, ενώ ο άλλος ήθελε τη φλούδα των πορτοκαλιών για να κάνει η γυναίκα του γλυκό και να το πωλεί στις συγχωριανές της μαζί με τα άλλα γλυκά που έφτιαχνε. Έτσι, το πρόβλημα λύθηκε !! Αποφάσισαν να ξεφλουδίζουν τα πορτοκάλια και ο ένας να παίρνει την ψίχα και ο άλλος την φλούδα. Αποδεικνύεται, έτσι, ότι ένας από τους στόχους του διαμεσολαβητή είναι να «φέρει στην επιφάνεια» τα πραγματικά συμφέροντα των ενδιαφερομένων – πέραν του ότι πρέπει να αναζητήσει και να φέρει στην επιφάνεια και τις πραγματικές αιτίες της διαφοράς – να τους βοηθήσει να απεγκλωβιστούν από τις θέσεις, που έχουν πάρει και στις οποίες έχουν ίσως αγκιστρωθεί, μη μπορώντας να δουν πιο πλατιά και ακόμη ολιγώτερο σε βάθος χρόνου το όλο θέμα, έτσι ώστε να βρουν την καλλίτερη, με όλες τις έννοιες, λύση για όλους.

Ένα από τα πιο αποτελεσματικά εργαλεία του διαμεσολαβητή για να επιτύχει τα ανωτέρω, είναι οι ερωτήσεις, στις οποίες οι ενδιαφερόμενοι δεν μπορούν να απαντήσουν με ένα «ναι» ή ένα «όχι», αλλά αναγκαστικά πρέπει να «ψάξουν» μέσα τους και ίσως στην καρδιά τους για να δώσουν μια εμπεριστατωμένη απάντηση.

Στην διαμεσολάβηση, μπορούν να συμμετέχουν, βεβαίως, περισσότερα από δυο μέρη, οπότε η όλη διαδικασία και κάθε πτυχή της είναι αυτομάτως πιο περίπλοκες, διότι οι ισορροπίες χρειάζονται μεγαλύτερη προσπάθεια για να τηρηθούν και, γενικά, η όλη διαδικασία είναι πιο «σύνθετη» διότι είναι ασφαλώς, πιο δύσκολο, να συμβάλει κανείς στην προσέγγιση πέντε ανθρώπων από δυο, είναι πιο δύσκολο να κερδίσει την εμπιστοσύνη πέντε ατόμων και άλλο δυο κ.λ.π.

Η διαμεσολάβηση μπορεί να διεξαχθεί και στα πλαίσια της ίδιας επιχείρησης ή ακόμη και της ίδιας οικογένειας, όταν τα μέλη των εμπλεκομένων «παρατάξεων» ανήκουν στην ίδια επιχείρηση ή στην ίδια οικογένεια ή στην ίδια οικογενειακή επιχείρηση. Οι περιπτώσεις αυτές ίσως είναι εκείνες στις οποίες η διαμεσολάβηση ενδείκνυται το περισσότερο, λόγω της δυνατότητας διασφάλισης μελλοντικών καλών σχέσεων, που παρέχει.

Αυτές είναι από τις βασικές περιπτώσεις, στις οποίες η προσφυγή στην διαμεσολάβηση πριν από την έναρξη οποιασδήποτε δικαστικής διαδικασίας είναι – θα έπαιρνα το θάρρος να πω – απόλυτα ενδεδειγμένη.

Η διαμεσολάβηση δεν περιλαμβάνει την απόπειρα συμβιβασμού που γίνεται από τον Ειρηνοδίκη ή το Δικαστήριο κατά την έναρξη της δίκης σύμφωνα με τα σχετικά άρθρα του ΚΠολΔικ. Οι ουσιώδεις διαφορές είναι ότι, στην δικαστική απόπειρα συμβιβασμού, ο δικαστής – σε αντίθεση με τον διαμεσολαβητή – δεν επιλέγεται βεβαίως από τους διαδίκους και, σε ορισμένες περιπτώσεις εργατικών κυρίως διαφορών, η απόπειρα συμβιβασμού είναι υποχρεωτική – σε αντίθεση με την διαμεσολάβηση, που αποτελεί εκούσια επιλογή των ενδιαφερομένων.

Η διαμεσολάβηση ουδεμία σχέση έχει με την διαιτησία, διότι ο διαιτητής ή οι διαιτητές εάν είναι πλείονες του ενός εξετάζουν την υπόθεση και εκδίδουν απόφαση δεσμευτική για τα μέρη, σε αντίθεση με τον διαμεσολαβητή, που ουδεμία εκδίδει απόφαση, αλλά απλώς και μόνο διευκολύνει τους ενδιαφερόμενους να βρουν εκείνοι λύση.